Φιλολογικό Μνημόσυνο Δημητρίου Φραγκόπουλου - Ομιλία Α.Θ.Παναγιότητος του Οἰκουμενικου Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
Φιλολογικό Μνημόσυνο Δημητρίου Φραγκόπουλου - Ομιλία Α.Θ.Παναγιότητος του Οἰκουμενικου Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
Ἐξοχώτατε κύριε Πρέσβυ,
Ἱερώτατοι,Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατοι ἐκπαιδευτικοί,
Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ λίαν ἀγαπητά,
Τιμῶμεν σήμερον τό πρόσωπον καί τό ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Διδασκάλου τοῦ Γένους, τοῦ καθηγητοῦ πολλῶν ἐξ ὑμῶν, τοῦ ἀγωνιστοῦ καί ἐκλεκτοῦ στελέχους τῆς Ὁμογενείας, Δημητρίου Φραγκοπούλου. Ἑνός ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀφιερωμένος ψυχῇ τε καί σώματι εἰς τήν ἀποστολήν του, ἑνός γνησίου Κωνσταντινουπολίτου, ὁ ὁποῖος παρέμεινε μέχρι τέλους εἰς τό λῖκνον τῆς Ρωμιοσύνης, δυνατός καί δυναμικός, μέ νεανικήν πνοήν, μέ ἀπαράμιλλον σθένος, ἀγέρωχος εἰς τόν ἀγῶνα διά τά δίκαια τῆς Ὁμογενείας. Ὁ Δημήτριος Φραγκόπουλος εἶναι Σύμβολον. Σύμβολον διά τήν καθ᾿ ἡμᾶς παιδείαν. Διά τήν συμβολήν του εἰς τήν κοινήν ὑπόθεσιν τῆς ὀργανώσεως καί ἐπιβιώσεως τῆς Ὁμογενείας. Δέν ἐκάμφθη, δέν ἐλιποψύχησε, δέν μετῴκησεν, ἀλλά ἔμεινεν ἐπί τῶν ἐπάλξεων. Τελικῶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι δοσμένος ὁλοκληρωτικῶς εἰς τό ἔργον του καί εἰς τό καθῆκον, ὅσον περισσότερον ἀγωνίζεται καί ἐπιμένει, τόσον δημιουργικώτερος καθί-σταται.
Ὁ Δημήτριος Φραγκόπουλος ἐβίωσεν ἐκ τῶν ἔσω τάς περιπετείας τῆς παιδείας μας κατά τάς τελευταίας δυσκόλους δεκαετίας. Τό ὄνομά του εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένον μέ τήν ἱστορίαν τῶν ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων παρ᾿ ἡμῖν, μέ τό χθές καί τό σήμερον τῆς παιδείας. Εἰς τήν προσωπικότητα καί τό ἦθος του, εἰς τάς ἰδέας καί τά ὁράματά του, ἐμπεριέχεται ὅμως καί τό αὔριον διά τήν ἐκπαίδευσιν ἐνταῦθα, τό μέλλον της ὡς λειτουργίας διαμορφώσεως καί διασώσεως τῆς ταυτότη-τός μας.
Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἐπιστημονική πρόοδος καί ἡ ἀνάπτυξις τῆς τεχνολογίας δέν ἀπαντοῦν εἰς τά βαθέα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε βεβαίως ἐξαφανίζουν αὐτά τά ἐρωτήματα. Δυστυχῶς, σήμερον τά σχολεῖα καί τά πανεπιστήμια ὀργανώνονται -παγκοσμίως πλέον- ἐπί τῇ βάσει πρωτίστως, οἰκονομικῶν κριτηρίων, ἐνῶ ἀκόμη καί αἱ ἔννοιαι «παιδί», «μαθητής», «φοιτητής» ἔχουν καταστῆ οἰκονομικοί ὅροι. Ἡ τάσις αὐτή ἐνισχύεται καί ἀπό τήν κυριαρχίαν τῶν ἡλεκτρονι-κῶν ὑπολογιστῶν καί τοῦ διαδικτύου εἰς τήν ζωήν μας, καί εἰς τόν χῶρον τῆς παιδείας, ἀφοῦ διά τόν χρήστην τοῦ ὑπολογιστοῦ τά πάντα, τά πράγματα, τά γεγονότα ἀλλά καί οἱ ἄνθρωποι, εἶναι «data», δεδομένα πρός ἐπεξεργασίαν.
Ἐλέχθη προσφυῶς ἀπό σπουδαῖον ὀρθόδοξον θεολόγον τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ὅτι τά πανάκριβα κολλέγια τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Ἀμερικῆς δέν δίδουν εἰς τήν νέαν γενεάν ἔμπνευσιν καί θετικόν ὅραμα, ἀφοῦ τήν στρέφουν μονομερῶς πρός τό ἐπάγγελμα καί τήν καρριέραν, διδάσκουν τόν καθένα νά ἐνδιαφέρεται διά τόν ἑαυτόν του, διά τό ἀτομικόν του συμφέρον καί τήν ἀτομικήν του εὐδαιμονίαν, παρά διά τήν προσφοράν καί διά τό κοινόν καλόν. Ὅμως, ἡ εὐδαιμονοθηρία παίρνει ἀπό ἡμᾶς ἀσυγκρίτως περισσότερα ἀπό ὅσας μᾶς δίδει. Μᾶς παρέχει στιγμιαίας ἱκανοποιήσεις, ἀλλά μᾶς ὑποδουλώνει εἰς τάς ἀνάγκας, μᾶς μετατρέπει εἰς ἐγωκεντρικούς ἀκορέστους καταναλωτάς. Εἶναι βέβαιον, ὡς δικαίως ὑπεγραμμίσθη, ὅτι τό ἔχειν καί ὁ εὐδαιμονισμός ὁμοιάζουν μέ τό ὕδωρ τῆς θαλάσσης: ὅσον περισσότερον πίνομεν, τόσον ἐντονώτερον διψῶ-μεν.
Ἡ θετική προοπτική εὑρίσκεται καί σήμερον πέραν τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, εἰς τήν ὑπέρβασιν τῆς ἑαυτοκεντρικῆς, τῆς κτητικῆς καί τῆς χρησιμοθηρικῆς στάσεως, εἰς τήν διακονίαν καί τήν εὐθύνην. Ἡ θύρα τῆς ἐλευθερίας ἀνοίγει μόνον πρός τά ἔξω. Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἔξοδος ἀπό τόν ἑαυτόν μας. Ἡ ἀληθής εὐδαιμονία τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι συνάρτησις ἱκανοποιημένων ἀναγκῶν, ἀλλά ἔχει καί ἡθικήν καί πνευματικήν διάστασιν. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ μυχόθεν νά προσφέρῃ, νά ἀγωνισθῇ διά τό δίκαιον, νά ἀντισταθῇ εἰς τά κακῶς κείμενα. Αὐθεντική ἐλευθερία σημαίνει πάντοτε συν-ελευθερία.
Ἑνιαίαν παράδοσιν κατ᾿ ἀλήθειαν ζωῆς καί ἐλευθερίας συγκρο-τοῦν εἰς τήν ἱστορίαν μας ἡ ἀρχαία ἑλληνική σοφία καί τό χριστιανικόν πνεῦμα. Αὐτό τό ἦθος ἐνεψύχωσε καί ἔσωσε τό Γένος καθ᾿ ὅλην τήν πορείαν του ἀνά τούς αἰῶνας. Πρόκειται ἐμφανῶς περί ὑψηλῶν ἰδανικῶν, μέ παγκόσμιον ἐμβέλειαν. «Οἱ λαοί πού ἀντρώθηκαν μέσα στόν ἑλληνικό πολιτισμό καί στή χριστιανική θρησκεία», σημειώνει ὁ φιλόσοφος καί παιδαγωγός Εὐάγγελος Παπανοῦτσος, «ἔχουν διαποτιστεῖ ἀπό τήν πεποίθηση ὅτι «ἐλευθερία» καί «ἀνθρωπιά» εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες». Ὀρθῶς ἐλέχθη, ἐπίσης, ὅτι «ὅσο ἀναβαπτιζόμαστε στά νάματα τῆς παραδόσεώς μας, τόσο ἀνακαλύπτουμε ἐκεῖ τήν καθολικότερη καί ὑψηλότερη ἔκφραση ζωῆς καί ἀνθρωπιᾶς» (Ι. Ζηζιούλας, Εὐρωπαϊκό πνεῦμα καί ἑλληνική Ὀρθοδοξία, 332).
Εἰς αὐτήν τήν παράδοσιν πολιτισμοῦ καί παιδείας ἦτο ριζωμένος καί ὁ Δημήτριος Φραγκόπουλος. Ἐνώπιον τῶν πολλῶν προκλήσεων διά τήν ἀγωγήν καί τήν παιδείαν σήμερον, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ἐντόνους κλυδωνισμούς εἰς αὐτόν τόν ζωτικόν διά τήν κοινωνίαν χῶρον, τό ἦθος, τό ὁποῖον ἐνσαρκώνει ὁ μακαριστός διδάσκαλος, ἀποτελεῖ ρωμαλέαν ἀπάντησιν καί πρότασιν ζωῆς καί ἐλευθερίας.
Ἡ ἀγωγή ὀφείλει νά μεταδίδῃ ἀξίας καί προσανατολισμόν. Διότι πάντοτε ἀναφέρεται εἰς αὐτό, τό ὁποῖον ὀφείλει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος, καί ὄχι εἰς αὐτό πού ἀπλῶς εἶναι. Ὅπως ἔλεγεν ὁ ἀρχαῖος σοφός, σκοπός τῆς παιδείας δέν εἶναι μόνον νά μᾶς διδάξῃ νά ἀποκτῶμεν ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν, ἀλλά κυρίως νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τό νά ἐπιθυμῶμεν αὐτό πού πρέπει, τό ἀληθινόν συμφέρον, τό ὁποῖον εἶναι πάντοτε «τό εἰς ἀγαθόν φέρον». Δέν εἶναι τυχαῖον ὅτι αἱ λέξεις ἀγωγή καί ἀξία ἔχουν ἐτυμολογικῶς τήν αὐτήν ρίζαν.
Θεμελιώδης ἀρχή τῆς παιδαγωγικῆς εἶναι ὅτι αἱ ἀξίαι μεταδίδονται διά μέσου τῆς γνησίας προσωπικῆς σχέσεως παιδαγωγοῦ καί παιδαγωγουμένου. Ὁ διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ ἔργον παιδείας καί δέν εἶναι ἁπλῶς «ἐκπαιδευτικός» ὁ ὁποῖος μεταδίδει χρησίμους πληροφο-ρίας καί γνώσεις, βοηθεῖ τόν μαθητήν νά ἱεραρχήσῃ τάς ἐπιθυμίας του, νά γίνῃ κοινωνικός ἄνθρωπος, νά ἀποκτήσῃ εὐαίσθητον αἰσθητήριον διά τά οὐσιώδη τοῦ βίου, νά ἀνακαλύψῃ τά κρίσιμα ὑπαρξιακά ἐρωτήματα, νά ἀναζητήσῃ νόημα ζωῆς εἰς τήν σωστήν κατεύθυνσιν, καί ὅλα αὐτά μέσα ἀπό ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην καί ἀνυστερόβουλον ἐπικοινωνίαν. Ἡ εἰλικρινής προσωπική σχέσις ἀποκλείει τήν ἀντικειμε-νοποίησιν καί τήν χειραγώγησιν τοῦ ἄλλου.
Διά δέ τήν σχέσιν τοῦ μαθητοῦ πρός τόν διδάσκαλον ἰσχύουν τά λόγια τοῦ Ἀριστοτέλους, ὅτι ἐνῶ εἰς τούς κατά σάρκα γονεῖς μας χρεωστοῦμεν τό ζῆν, εἰς τούς διδασκάλους μας ὀφείλομεν τό εὐ ζῆν, δηλαδή τήν ἐλευθερίαν καί τόν πολιτισμόν. «Μετά τήν ἀγάπην πρός τούς γονεῖς, καμμία ἄλλη ἀγάπη δέν εἶναι βαθυτέρα καί δέν διαρκεῖ περισσότερον ὅσο ἡ ἀγάπη πρός τόν διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος κατενόησε καί προώθησε τόν μαθητήν ὡς ἄνθρωπον», σημειώνει ὁ γνωστός παιδαγωγός τοῦ 20οῦ αἰῶνος Eduard Spranger.
Αἱ ἐκδηλώσεις σεβασμοῦ καί ἀγάπης πρός τό πρόσωπον τοῦ Δημητρίου Φραγκοπούλου καταδεικνύουν ὅτι ὑπῆρξε πραγματικός «δάσκαλος». Πράγματι, ἡ διδασκαλία του καί τά λόγια του ἦσαν κατάθεσις ψυχῆς. Ἦτο «ὁ δάσκαλος» μέσα καί ἔξω ἀπό τήν τάξιν καί τό σχολεῖον. Εἰς τό φωτεινόν πρόσωπόν του ἔλαμπεν ἡ βαθεῖα ἀγάπη διά τούς μαθητάς, ἐφαίνετο καθαρῶς ἡ ἀγωνία του διά τήν μόρφωσιν καί τό μέλλον των. Ἐγνώριζεν ὅτι ὁ χαρακτήρ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὡριμότης καί ἡ ὑπευθυνότης, θέλουν χρόνον διά νά ριζώσουν καί νά ἀναπτυχθοῦν, καί ὅτι δέν ἀποκτῶνται μέ τήν ἐνασχόλησιν μέ τόν ἑαυτόν μας, ἀλλά μέ τήν ἀνάπτυξιν ὑπευθυνότητος καί τήν ἀφιέρωσιν εἰς ἕνα ἀγαθόν σκοπόν. Ἦτο ὁ «ἀντιστασιακός» ἀπέναντι εἰς ὅ,τι δέν ἐλειτούργει ὑπέρ τῆς αὐθεντικῆς παιδείας, εἰς ὅ,τι δέν ηὐνόει τήν διάπλασιν ἀνθρώπων μέ ἦθος καί σοβαρότητα, εἰς ὅ,τι δέν μετεμόρφωνε τόν μαθητήν εἰς φορέα ὑψηλῶν ἀξιῶν. Ἀπέρριπτε τήν εἰδωλοποίησιν τοῦ ἐγώ καί τήν ἀχαρίτωτον εὐδαιμονιστικήν αὐτοπραγμάτωσιν.
Ὄντως, τό μέγιστον κεφάλαιον διά τήν παιδείαν εἶναι ὁ «δάσκαλος», αὐτός ὁ ὁποῖος βλέπει τό ἔργον του ὡς λειτούργημα, αὐτός πού εἶναι πρόσωπον ἐμπιστοσύνης διά τόν μαθητήν καί διδάσκει μέ τό ζωντανόν παράδειγμά του. «Μόνον ἡ ἰδέα πού γίνεται σάρκα μπορεῖ νά ἐπιδράσει στόν ἄνθρωπο. Ἡ ἰδέα πού παραμένει λόγος, μπορεῖ νά ἀλλάξει μόνον λόγια», σημειώνει ὀρθῶς σύγχρονος γνώστης τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς (Ε. Φρομ, Ἅπαντα ΙΧ, 153).
Ὁ Δημήτριος Φραγκόπουλος μᾶς ἀφήνει ὡς πνευματικήν παρακαταθήκην τό ἀκτινοβόλον παράδειγμά του. Τήν ἀνερμήνευτον δύναμιν καί τήν «ἁγίαν ἀποστολήν» (Β Τατάκης, Ἀπομνημονεύματα, 405) τοῦ δασκάλου. Τήν αἰσιόδοξον πίστιν εἰς τήν δύναμιν τῆς ἀγωγῆς καί τῆς παιδείας καί εἰς τό μορφώσιμον τοῦ ἀνθρώπου. Τήν ἐμπιστοσύ-νην εἰς τόν μαθητήν, εἰς τόν κάθε μαθητήν. Ὡς «Διδάσκαλος τοῦ Γένους» τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁ Δημήτριος Φραγκόπουλος παρέμεινε «δάσκαλος» θυσιαστικός, ἀνθρώπινος, προσηνής.
Αὐτήν τήν πολύτιμον κληρονομίαν, αὐτό τό πνεῦμα ἐλευθερίας καί παιδείας, ὀφείλομεν νά διαφυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ἡ ἐλευθερία εἶναι δέσμευσις καί χρέος, κατά τό Καντιανόν «Δύνασαι διότι ὀφείλεις». Αὐτή εἶναι ἡ ἰδιόγραφος διαθήκη τοῦ Δημητρίου Φραγκοπούλου. Αὐτή εἶναι ἡ ἀγαθουργός παρακαταθήκη τῶν διδασκάλων μας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν μέ αὐτοθυσίαν καί ὅραμα τό γένος καί τήν παιδείαν του, τόν τρόπον τοῦ βίου τῆς Ρωμιοσύνης.
Εἴη ἡ μνήμη αὐτῶν αἰωνία!