Οι μειονότητες γνώριζαν την Τουρκία καλύτερα!
Not translated into English yet: shown in Greek.
Του Ηρακλή Μήλλα
Όταν σκέφτομαι τα παράπονα που εκφράζονται στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια αναφορικά με ζητήματα δικαιοσύνης και ανθρώπινα δικαιώματα, εκτιμώ ότι όλα τα μέλη μειονοτήτων της ηλικίας του πατέρα μου, ήταν άνθρωποι σοφοί. Είχαν καταλάβει πολύ καλά την Τουρκία λες και ήταν κοινωνιολόγοι ή ειδήμονες πολιτικής επιστήμης. Στα παιδικά μου χρόνια, αλλά και μεταγενέστερα στο σπίτι όπου μεγάλωσα, κάποιες καταστάσεις “εμείς” τις θεωρούσαμε πολύ φυσιολογικές. Μου προκαλεί κατάπληξη όταν κάποιοι άνθρωποι σήμερα εκπλήσσονται όταν ζουν παρόμοιες καταστάσεις. Θα μπορούσα να ισχυριστώ εν συντομία ότι οι μειονότητες ποτέ δεν πίστεψαν την προπαγανδιστική, διακοσμημένη με καλολογικά στοιχεία ρητορική του κράτους. Άλλωστε, ήταν αδύνατο να την πιστέψουν αφού τα πεπραγμένα του κράτους τους υπενθύμιζαν πάντοτε την πραγματικότητα.
Παραδείγματος χάρη, ακόμη και παιδιά δέκα ετών γνώριζαν ότι το άρθρο που προέβλεπε ισότητα μεταξύ των πολιτών ήταν ανενεργό. Η ανισότητα ήταν η θεμελιώδης αρχή του κράτους και της χώρας, σχεδόν κάτι σαν τη φιλοσοφία πάνω στην οποία στηριζόταν η ίδρυση του κράτους. Η ανισότητα ήταν ιδιαίτερα εμφανής σε ζητήματα που άπτονταν της δικαιοσύνης. Τα μέλη των μειονοτήτων έτρεμαν μπροστά στο δικαστή. Επειδή οι αποφάσεις λαμβάνονταν με κριτήριο τα ζωτικά συμφέροντα του κράτους, οι “ξένοι” αποτελούσαν μια λεπτομέρεια και θεωρούνταν ένοχοι εκ προοιμίου.
Γι’ αυτόν τον λόγο η πρόταση “Στις μέρες μας υπάρχει πρόβλημα στο χώρο της δικαιοσύνης” είναι λάθος. Θα ήταν ορθότερο να λέγαμε “Αυτό το πρόβλημα υπήρχε πάντοτε”. Το καινούργιο είναι ότι άλλαξαν αυτοί που λογίζονται “οι άλλοι”. Για παράδειγμα παλαιότερα οι μειονότητες θεωρούνταν προέκταση ξένων δυνάμεων, εχθροί, πέμπτη φάλαγγα, υποχείρια των ξένων λόμπι, προδότες. Τώρα αυτοί οι χαρακτηρισμοί χρησιμοποιούνται και για άλλους. Θέλω να πω ότι δεν υπάρχει κάτι καινούργιο. Γι’ αυτούς που είχαν περιθωριοποιηθεί με τους πιο πάνω χαρακτη- ρισμούς ήταν απώλεια χρόνου να προσπαθούν να βρουν το δίκιο τους ενώπιον της δικαιοσύνης. Στο σπίτι μας γνωρίζαμε ότι το δικαστήριο θα έκανε τα ‘‘πρέποντα’’. Θεωρούσαμε “φυσιολογική” αυτή την κατάσταση. Σύμφωνα με το ‘‘Κράτος’’ η άρθρωση κριτικής ή παραπόνου θεωρούνταν αναίδεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρμόδιοι ισχυρίζονταν ότι διαπράτταμε το αδίκημα τηw “προσβολής του τουρκισμού”. Ίσως η διαφορά από τη σημερινή πρακτική είναι ότι τότε δεν διεξάγονταν συχνά δίκες τέτοιου είδους. Από την άλλη, παλαιότερα καταλογιζόταν η ποινή δίχως απώλεια χρόνου. Δηλαδή κατευθείαν. Κάποιος ελεγκτής περνούσε απ’ το κατάστημα και ανακάλυπτε κάποια έλλειψη. Ή απροκάλυπτα καλούσαν τους ανθρώπους στο αστυνομικό τμήμα για εκφοβισμό.
Όμως ‘‘εμείς’’ επειδή διαβάζαμε σωστά το μήνυμα “βάλε μυαλό” και δεν αναμειγνυόμασταν σε ξένες υποθέσεις, ήμασταν πιο άνετα σε σύγκριση με το σήμερα. Στις μέρες μας είναι δυσεύρετη η σοφία της υποταγής του πατέρα μου! Η περιουσία των ‘‘αντιπαθητικών’’ (δηλαδή των μειονοτήτων) άλλαζε χέρια. Αυτό έγινε κυρίως με την βίαια εκδίωξη ή με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Εγώ έζησα το μεταγενέστερο Φόρο Περιουσίας. Τώρα αυτή η δουλειά γίνεται με τους επιτρόπους (kayyum). Έτσι “τακτοποιούν” και τα μειονοτικά ιδρύματα. “Εμείς” είχαμε ακούσει και για τις δημεύσεις (müsadere) της οθωμανικής περιόδου. Βέβαια, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ επιτρόπου και δήμευσης. Τα όσα γίνονται σήμερα, γίνονται εντός του πλαισίου της ‘‘νομιμότητας’’. Και αυτό δείχνει την πρόοδο που επιτεύχθηκε με την πάροδο του χρόνου.
Τις τελευταίες μέρες προέκυψε το θέμα του εθνικού/μη εθνικού. Εμείς γνωρίζουμε αυτό το ζήτημα από πολύ παλιά. Επειδή θεωρούμεθα αντεθνικοί εκ γενετής. Ο διαχωρισμός των πολιτών σε πατριώτη/μη πατριώτη –σαν να λέμε Μουσουλμάνος, μη Μουσουλμάνος– είναι παλιός. Και ναι μεν ο διαχωρισμός είναι παλιός, όμως αλλάζει το ποιός θα συμπεριληφθεί στην κατηγορία ανάλογα με τη συγκυρία. Αναρωτιέμαι ποιοί θα συμπεριλαμβάνονται έπειτα από δέκα χρόνια. Ίσως την μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με τις παλαιές εποχές να την αποτελεί ο Τύπος. Στην εποχή μου οι μειονοτικοί συντάκτες είχαν σωφρονιστεί για τα καλά. Ποτέ δεν διατύπωναν παράπονα, και έτσι δεν ασχολιόταν κανείς μαζί τους. Δεν θυμάμαι τη δεκαετία του ’50 να βγει ένας Ρωμιός ή ένας Αρμένιος και να ασκήσει κριτική στο “κράτος”. Κάποιοι όπως ο Σέρτελ ή ο Αζίζ Νεσίν επιχείρησαν να το κάνουν, αλλά αμέσως τους έδωσαν το μήνυμα: βανδαλισμοί, εξορίες κ.τ.λ. Φυσικά, δεν διώχθηκαν επειδή ήταν δημοσιογράφοι, αλλά επειδή ήταν κομουνιστές. Τότε το να είσαι κομουνιστής ήταν σαν να είσαι σήμερα ‘‘παράλληλο κράτος’’ ή ‘‘τρομοκράτης’’.
Όπως και να είναι, η χώρα αλλάζει, όμως σιγά σιγά. Παλαιότερα υπήρχε ένας θεσμός ονόματι βαθύ κράτος. Σκοπός του βαθέος αυτού πράγματος ήταν να επιταχύνει τις δουλειές. Υπήρχε για να εμποδίζει την απώλεια χρόνου εξαιτίας νομικών διαδικασιών. Πρώτα αποφάσιζε ποιός τι ήταν και μετά βάζοντας στην άκρη νόμους και τέτοια τελείωνε την υπόθεση στο άψε σβήσε. Μ’ αυτόν τον τρόπο είχε ανέβει πολύ ψηλά η αποδοτικότητα του κράτους. Στο σπίτι μας δεν ασχολιόμασταν πολύ με τους νόμους διότι εντέλει θα παραβιαζόταν. Εμείς θέλαμε να γνωρίζουμε την ψυχοσύνθεση, τα κέφια, το τι επιθυμούσε η καρδιά, το τι περνούσε από το μυαλό του εκάστοτε αρμόδιου που είχαμε πάνω από το κεφάλι μας. Φοβόμασταν πολύ και τους αστυνομικούς. Είχαμε την εντύπωση ότι οι αστυνομικοί δεν προστάτευαν εμάς, αλλά κάποιους αγνώστους που ένιωθαν ότι απειλούνταν από εμάς. Τουλάχιστον αυτή ήταν η αντίληψή μας για την αστυνομία. Θα ήθελα να γνωρίζουν αυτοί που τώρα αισθάνονται έτσι, ότι κάποτε κι εμείς αισθανόμασταν το ίδιο.
Πιθανώς η κοινή αυτή μοίρα μας να παρηγορήσει σήμερα και τις δύο πλευρές. Δεν είχαμε πρόβλημα αναφορικά με τις προνομιακές προσλήψεις στο δημόσιο, διότι για εμάς απαγορευόταν νa γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι έτσι και αλλιώς. Οπότε ήμασταν άνετοι. Εν τω μεταξύ ήταν αδύνατο να θεωρηθούμε ‘‘παράλληλο κράτος’’. Δηλαδή οι καταστάσεις είναι ίδιες όπως στο παρελθόν, απλώς τότε διεκπεραιώνονταν με πιο συστηματικό τρόπο. Αντί να προσλαμβάνονται και μετά να αναζητείται τρόπος να εξοβελιστούν, δεν προσλαμβάνονταν καθόλου. Έτσι δεν χρειαζόταν να προσληφθούμε στο δημόσιο, ώστε να γίνουμε αποδιοπομπαίοι τράγοι. Υπήρχαν άλλοι απλούστεροι τρόποι. Σε κάθε περίπτωση, στη χώρα πάντοτε υπήρχαν αποδιοπομπαίοι τράγοι. Εν πρώτοις οι μειονότητες και ακολουθούσαν οι αποσχιστές, οι υπηρέτες της Μόσχος, οι οπαδοί της σαρίας.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως το σήμερα μοιάζει απολύτως με το παρελθόν. “Οι λομπίστες της Δύσης” νομίζω πως είναι καινούργιοι. Επίσης μοιάζει και το θέμα της νομιμοποίησης. Παλαιότερα δεν υπήρχε τέτοιο πρόβλημα στη χώρα. Εάν στη λέξη “νόμιμο” δώσετε την έννοια του “τετελεσμένου γεγονότος”, ντε φάκτο, τότε δεν θα υπάρχει ούτε ζήτημα αντίφασης, ούτε πρόβλημα, ούτε θέμα προς συζήτηση. Όλα θα πάρουν την αρμόζουσα θέση. Εμείς ποτέ δεν κάναμε τη νομιμοποίηση θέμα ημερησίας διάταξης. Στην πραγματικότητα αυτός ο αφηρημένος, πολιτικός όρος είναι ξένος που δεν ταιριάζει στη φύση μας. Εμείς κοιτάζαμε να δούμε ποιός ηγεμονεύει. Όποιος ηγεμόνευε ήταν ο νομιμοποιημένος. Τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα. Και γνωρίζαμε ότι το καράβι δεν κυλάει με λόγια. Όπως λέει η τουρκική παροιμία ‘‘ονομάζαμε καπετάνιο όποιον έσωζε το καράβι του’’. Νομίζω πως και τώρα ισχύει το ίδιο. Ήθελα να προσθέσω μερικά ακόμη, αλλά ο χώρος είναι περιορισμένος.
Εν συντομία: Και παλαιότερα δεν χρησιμοποιούνταν το τεκμήριο της αθωότητας. Η συκοφαντία θεωρούνταν “απόφαση” και οι άνθρωποι σύρονταν στα δικαστήρια. Επίσης, οι θεωρίες συνωμοσίας ήταν διαδεδομένες ως ένδειξη μιας παλαιάς ασθένειας, της παράνοιας. Με άλλα λόγια, με πήραν τα χρόνια, όμως δεν έχω την εντύπωση ότι ζω σε άλλο κόσμο. Τα μέλη των μειονοτήτων που ζουν στα Βαλκάνια, αυτά τα γνωρίζουν. Τώρα εύχομαι το ίδιο και στην πλειονότητα.
Δημοσιεύθηκε στα τουρκικά στην Αγκός στις 15/2/16. Η ελληνική μετάφραση είναι του Θάνου Ζαράγκαλη και αναδημοσιεύτηκε στην Απογευματινή στις 9/3/2016.