Τον γαλαξία των ελληνικών κοινοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ού αιώνα περιγράφει το βιβλίο του Άρη Τσοκώνα 20. Yüzyıl Başlarında Anadolu ve Trakya’daki Rum Yerleşimleri (İstanbul, Literatür, 2016)
Henüz Türkçeye çevrilmedi; Yunanca gösteriliyor.
Kι είτε με τις αρχαιότητες
είτε με ορθοδοξία
των Eλλήνων οι κοινότητες
φτιάχνουν άλλο γαλαξία
(τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, 1983)
Τον γαλαξία των ελληνικών κοινοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ού αιώνα περιγράφει το βιβλίο του Άρη Τσοκώνα 20. Yüzyıl Başlarında Anadolu ve Trakya’daki Rum Yerleşimleri (İstanbul, Literatür, 2016).
Η Μεγάλη Ιδέα ως εδαφικός προσανατολισμός του εθνικισμού εδράζεται στη διασπορά του ελληνικού στοιχείου στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, στις επαρχίες μιας οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου για πολλούς αιώνες υπήρξαν το πεδίο της μεγαλύτερης οικονομικής και πολιτιστικής δράσης του ρωμαίικου μιλλετιού. Eίναι ό,τι απέμεινε και διατηρήθηκε από μια πάλαι ποτέ βυζαντινή αυτοκρατορία, όσοι στους αιώνες που μεσολάβησαν μετανάστευσαν από άλλους ελλαδικούς και βαλκανικούς τόπους για να προκόψουν στη μικρασιατική γη.
Το μεσουράνημα αυτής της δράσης λίγο πριν τον αφανισμό τους ιχνηλατεί ο Άρης Τσοκώνας στο βιβλίο του. Σε ελάχιστα χρόνια, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, η παρουσία του ρωμαίικου στοιχείου θα εκλείψει με τρόπο δραματικά αμετάκλητο. H μικρασιατική καταστροφή του 1922 και η συνθήκη της Λωζάνης που ακολουθεί το 1923 θα επισφραγίσει τον ξεριζωμό των ανθηρών αυτών ρωμαίικων κοινοτήτων από τις πάτριες εστίες του και την εγκατάστασή τους ως πρόσφυγες στο ελληνικό κράτος.
Ο Άρης Τσοκώνας ανέλαβε την καταγραφή των ρωμαίικων κοινοτήτων, λίγα χρόνια πριν τον αφανισμό τους από τη μικρασιατική γη. Τις παρουσιάζει καταταγμένες ανά διοικητική επαρχία στα γεωγραφικά διαμερίσματα: Θράκη, βορειοδυτική Ανατολία, Μαύρη Θάλασσα, παράλια του Αιγαίου, κεντρική Ανατολία, Akdeniz ve Doğu Anadolu. Χωριστά εξετάζει τη παρουσία και τη δράση των Ρωμιών της Πόλης, στις αρχές του 20ού αιώνα. 60 γοητευτικές σελίδες προσπαθούν να χωρέσουν μια λαμπρή πυκνή περίοδο στην ιστορία της Πρωτεύουσας της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στις αρχές του 20ού αιώνα αριθμούσε 450.000 Ρωμιούς, αστούς και μεγαλοαστούς, που έλεγχαν την οικονομική ζωή της αυτοκρατορίας και συμμετείχαν ενεργά σε ένα δίκτυο πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών συλλόγων. Το δίκτυο αυτό εξακτινόταν πέραν της πρωτεύουσας ως τα βάθη της Ανατολής, στηρίζοντας τους συμπατριώτες στον γενέθλιο τόπο που άφησαν ξενιτευόμενοι, διοχετεύοντας εκεί μέρος του πλούτου που είχαν αποκτήσει στην Πόλη, χτίζοντας εκκλησίες, σχολεία, ενισχύοντας υλικά και πνευματικά την εντόπια φτωχή κοινότητα της ιδιαίτερης πατρίδας. Ονόματα σχολείων, Νοσοκομείων, Συλλόγων, εφημερίδων, περιοδικών, πρόσωπα ευεργετών, τραπεζιτών, διδασκάλων, κληρικών, λογοτεχνών, καλλιτεχνών, εμπόρων ασφυκτικά γεμίζουν τις 60 σελίδες που αφιερώνονται στη ρωμιοσύνη της Πόλης.
Αρχίζοντας από την Θράκη και φτάνοντας ως την Αλεξανδρέττα και το Χαλέπι, μεθοδικά παρουσιάζονται σύντομα οι ρωμαίικες κοινότητες με τον πληθυσμό, τις εκκλησίες, τα σχολεία, τα σωματεία τους, με λίγα συνοδευτικά σχόλια για την οικονομική και πνευματική ζωή που ανέπτυξαν. Σύντομες και οι αναφορές σε ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών που γεννήθηκαν στους τόπους αυτούς και εντάχθηκαν στο Πάνθεο των μεγάλων συγγραφέων, των μεγάλων καλλιτεχνών. Περιορίζομαι να αναφέρω δυο μόνο παραδείγματα: τον Γεώργιο Βιζυηνό, που με το ψευδώνυμό του απαθανάτισε την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Vize της Θράκης, και τον σκηνοθέτη Ηλία Καζάν (=Καζαντζόγλου) από τα Κερμίρα της Καισάρειας, ο οποίος σε σκηνή της ταινίας του Αμέρικα Αμέρικα (1962) βάζει την εκκλησία του χωριού του.
Το βιβλίο 20. Yüzyıl Başlarında Anadolu ve Trakya’daki Rum Yerleşimleri (İstabul, Literatür, 2016) είναι ένα μεγάλο στοίχημα που κερδήθηκε, ένα εγχείρημα που απαιτούσε τόλμη, καταρχήν για να ξεκινήσει, και υπομονή και εργατικότητα μηρμιγκιού, για να ολοκληρωθεί. Το βιβλίο του Άρη Τσοκόνα ήρθε να γεμίζει ένα κενό που υπήρχε από πάντα. Δεν υπήρξε ποτέ μια συνολική τέτοια απογραφή των ελληνικών κοινοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ορισμένοι πίνακες είχαν δημοσιευτεί στις απαρχές του 20ού αιώνα στους πρώτους τόμους του περιοδικού Ξενοφάνης με στατιστικά στοιχεία για ορισμένες περιοχές της μικρασιατικής γης. Το 1921 ο Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων θα εκδόσει στην Αθήνα το έργο του Παντελή Μ. Κοντογιάννης, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας. Φυσική σύστασις της χώρας. Πολιτική γεωγραφία. Φυσικός πλούτος (1η ανατύπωση, Αθήνα 1995). Είχε προηγηθεί το καραμανλίδικο βιβλίο του Ιωάννη Κάλφογλους (1871-1931), Μικρά Ασία κητασηνήν ταριχιέ Δζαγραφιασί, μουχαρρίρι Ανατολή γαζέταση μουχαρριρλερινδέν Ι. Η. Κάλφογλους …, Δερισααδέτδε Αδελφοί Μισαηλίδαι ματπαασηνδά τάπ οληνμήσδηρ 1899 (κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση και σχόλια του Σταύρου Ανεστίδη το 2002). Ορισμένα άρθρα και μικρές μονογραφίες για τις ελληνικές μικρασιατικές κοινότητες άρχισαν να τυπώνονται τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και πυκνώνουν στις αρχές του 20ού.
Η εκδοτική αυτή δραστηριότητα συνδέεται άρρηκτα με το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από την ελληνική πλευρά όταν άρχισαν οι διωγμοί του ελληνικού στοιχείου της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όπως πολύ σωστά διαπιστώνει ο Σπυρίδων Πλουμίδης στο τελευταίο του βιβλίο (Τα μυστήρια της Αιγηίδος. Το Μικρασιατικό ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891-1922)», Εστία, 2016) Η «Ασιατική Ελλάδα» των ελληνικών ορθόδοξων κοινοτήτων με τα 1,5 ως 2 εκατομμύρια των κατοίκων της υπήρξε «terra incognita για τον ελλαδισμό» μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Επισκιασμένη από τη συμβολική ισχύ της Μακεδονίας και της Κρήτης, θα ενταχθεί αποφασιστικότερα στη δημόσια σφαίρα μέσω της παρέμβασης συσσωματώσεων, όπως «Ο εν Αθήναις Σύλλογος Μικρασιατών "H Ανατολή"», ο οποίος ιδρύθηκε το 1891 με σημαντικές προσωπικότητες: όπως ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης (1850-1932) Παύλος Καρολίδης (1849-1930) και άλλοι. Μάλιστα, το εσωτερικό της Ανατολίας, όπου κατοικούσαν συμπαγείς ορθόδοξοι τουρκόφωνοι πληθυσμοί, αποτελούσε terra incognita για τον ελλαδισμό. Το ελλαδικό ενδιαφέρον για τη Μικρά Ασία ξεκίνησε σταδιακά το 1891 με την ίδρυση στην Αθήνα του Συλλόγου των Μικρασιατών "Η Ανατολή". Το Μικρασιατικό Ζήτημα εισήλθε δυναμικά στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτικής ζωής το 1915. Τομή αποτέλεσε οι διωγμοί των Νεοτούρκων το 1914, όταν η ασφάλεια των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας κατέστη γρήγορα πολιτικό διακύβευμα που συνδέθηκε με το δίλημμα μεταξύ ουδετερότητας ή εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Παρά την αλυτρωτική φιλολογία του 19ου αιώνα και τα αιτήματα για τις ελληνικές χώρες που θα όφειλαν να συμπληρώσουν το λειψό μετεπαναστατικό κράτος, σε αντίθεση με τη Μακεδονία ή την Κρήτη, η Μικρά Ασία δεν είχε εγγραφεί στον διανοητικό χάρτη της ελληνικής κοινωνίας ως φυσικό και αναπόσπαστο μέρος μιας μελλοντικής Ελλάδας. Και φαίνεται πολύ καθαρά αυτό μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την Ανταλλαγή. Όταν έφτασαν οι πληθυσμοί αυτοί κατατρεγμένοι ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, η ελληνική κοινωνία έδειξε ότι αγνοούσε τη σημασία, την ιστορία, τα επιτεύγματα αυτών των αδελφών πληθυσμών. Για την πλειονότητα των Ελλαδιτών δεν ήταν παρά τουρκόσποροι.
Οι πρόσφυγες μικρασιάτες κατόρθωσαν κι έστησαν στην ελληνική γη τις μικρασιατικές τους πατρίδες. Νέα Σινασό, Νέα Σμύρνη, Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα…, Νέα… Παρελαύνουν ονόματα μικρασιατικών χωριών και πόλεων της Ανατολής. Είναι συγκινητικές τέτοιες αναφορές του Τσοκόνα με διάφορες ευκαιρίες. Βλέπε για παράδειγμα τη σύνδεση του Γκέλβερι της καππαδοκικής γης με τη νέα Καρβάλη. Ανέστησαν στους βάλτους οι Καρβαλιώτες το 1925 ερχόμενοι γυμνοί και πεινασμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα για να γυρίσουν στην Τουρκία εξάγοντας τους εβληματικούς κουραμπιέδες Νέας Καρβάλης,
Την ιστορία της χαμένης για πάντα πατρίδας τους θα αναλάβουν να γράψουν οι πρόσφυγες Μικρασιάτες όταν καταλάγιασε ο τεράστιος πολιτικός και κοινωνικός κλυδωνισμός της μικρασιατικής καταστροφής και της Ανταλλαγής. Μια πληθώρα μονογραφιών, άρθρων, αναμνήσεων θα κυκλοφορήσουν στα χρόνια που ακολουθούν και η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται με νέους τίτλους. Παράλληλα περιοριμένα ακόμη κάποιοι νέοι ιστορικοί άρχισαν να επιδίδονται στην έρευνα της ιστορίας των κοινοτήτων αυτών. Δεν είναι όμως της στιγμής επεκταθούμε σ’αυτό. Θα γίνει κάπου αλλού άλλοτε. Περιορίζομαι όμως να σημειώσω μια ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο βιβλίο του Άρη Τσοκόνα και στις δυο αυτές βασικές κατηγορίες μικρασιατικής βιβλιογραφίας. Και η ειδοποιός αυτή διαφορά δεν επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο Άρης Τσοκόνας επιχειρεί να καλύψει στο μέτρο του δυνατού το σύνολο. Η βασική χάρη του βιβλίου του στην πρώτη αυτή μορφή είναι ότι στάθηκε μακρυά από τον κονιορτό της λογιοτατισμού, τις σειρήνες του λυρικού συναισθηματισμού ή εθνικές κομπορομοσύνες. Η χάρη του βιβλίου 20. Yüzyıl Başlarında Anadolu ve Trakya’daki Rum Yerleşimleri (İstabul, Literatür, 2016) είναι το χαμηλόφωνο προφίλ, που υποβάλλει στον αναγνώστη τον σεβασμό για τον κόπο που απαίτησε το εγχείρημα, το οποίο δεν αποτόλμησαν ερευνητικά κέντρα.
Είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο θα έχει δρόμο λαμπρό μπροστά του, το οποίο θα απαιτήσει στις προσεχείς εκδόσεις του μοιραία συμπληρώσεις, διορθώσεις. Αυτή είναι η τύχη των γερών, καλών βιβλίων που ήρθαν για να μείνουν. Και βέβαια η σύνταξη ενός ευρετηρίου που θα το κάνει πιο χρηστικό πέραν των περιεχομένων που κατευθύνουν τον αναγνώστη στην ύλη των σελίδων του. Το ευρετήριο θα αποτελέσει εργαλείο για όσους θα αναλάβουν έρευνες για τις ρωμέικες κοινότητες. Τις βλέπω να δρομολογούνται σε λίγο και αυτή θα είναι η μεγαλύτερη συμβολή του Άρη Τσοκόνα και του εκδότη του Literatur Κenan Kocatürk.
Δεν έχω παρά να ευχηθώ να είναι το βιβλίο καλοτάξιδο και να γίνει μαγιά να γραφτούν πολλά βιβλία στο θέμα. Και στα δυο καρντάσια μου, τον Άρη Τσοκώνα και Κenan Kocatürk αφιερώνω ως ευχή για το καινούργιο Χρόνο τους στίχους του ρόκ τραγουδιού του Διονύση Σαββόπουλου με τους οποίους ξεκίνησα αυτό το γραφτό
Να μας έχει ο Θεός γερούς
πάντα ν’ ανταμώνουμε
και να ξεφαντώνουμε βρε
με χορούς κυκλωτικούς
κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν τους ποταμούς
Ευαγγελία Μπαλτά
Χριστούγεννα 2016